Please use this identifier to cite or link to this item:
https://hdl.handle.net/20.500.14279/35628| Title: | Διερεύνηση της σχέσης συμπτωμάτων κατάθλιψης και σχολικού εκφοβισμού σε ελληνόφωνους τελειόφοιτους μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης στην Κύπρο | Authors: | Αλεξάνδρου, Γιώργος | Keywords: | αυτοεκτίμηση;αυτό-τραυματισμός;Μαθητές;καταθλιπτικά συμπτώματα;σχολικός εκφοβισμός | Advisor: | Sokratous, Sokratis | Issue Date: | Sep-2025 | Department: | Department of Nursing | Faculty: | Faculty of Health Sciences | Abstract: | Εισαγωγή: Η παιδική και εφηβική ηλικία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου, καθώς θέτει το θεμέλιο λίθο για την ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων στους ανηλίκους παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Μεταξύ άλλων, ένας σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται με την ανάπτυξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων είναι και σχολικός εκφοβισμός. Παρά την τεκμηριωμένη συσχέτιση του σχολικού εκφοβισμού με την ψυχική υγεία, στην Κύπρο απουσιάζουν ερευνητικά δεδομένα που να εστιάζουν στη σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων κατά την προεφηβική ηλικία. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εμπειρικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συμπτωμάτων κατάθλιψης και σχολικού εκφοβισμού σε παιδιά, τελειόφοιτους ελληνόφωνους μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι επιμέρους στόχοι της μελέτης ήταν: (α) η εκτίμηση του επιπολασμού των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και η διερεύνηση της σχέσης τους με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα, την αυτοεκτίμηση και τον αυτοτραυματισμό, (β) η καταγραφή της συχνότητας, της μορφής και του τύπου του σχολικού εκφοβισμού καθώς και η διερεύνηση της σχέσης τους με τα ίδια χαρακτηριστικά, (γ) η αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης και της σχέσης του με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, καθώς και η διερεύνηση του ρόλου της αυτοεκτίμησης στη σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, και (δ) η καταγραφή της συχνότητας σκέψεων ή πρόθεσης για αυτοτραυματισμό, σε σχέση με τις διαφορές φύλου και τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες των συμμετεχόντων. Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε περιγραφική μελέτη συσχέτισης με συγχρονικές συγκρίσεις. Η συλλογή του δείγματος έγινε μέσω τυχαίας στρωματοποιημένης δειγματοληψίας. Το δείγμα αποτέλεσαν μαθητές της 6ης τάξης δημοτικών σχολείων (ηλικίας 10-13 ετών) από όλες τις περιφέρειες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω εργαλεία: α) Children Depression Inventory (CDI 2) για την αξιολόγηση της έντασης των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, β) Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire (ΟBVQ-R) για την αξιολόγηση της συχνότητας, της μορφής και τον τύπο του σχολικού εκφοβισμού, γ) το ερωτηματολόγιο Strengths and Difficulties Questionnaire (SDQ) για την εκτίμηση του βαθμού ή των διαστάσεων της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας (διαστάσεις/ υποκλίμακες), δ) η κλίμακα αυτό-εκτίμησης Rosenberg (RSES) για την αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης, ε) το αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο καταγραφής των κοινωνικό-δημογραφικών χαρακτηριστικών του δείγματος και ζ) για την αποτύπωση της σκέψης ή πρόθεσης αυτοτραυματισμού χρησιμοποιήθηκαν σύντομες, μη δομημένες ερωτήσεις. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική στατιστική (μέσος όρος, τυπική απόκλιση, ποσοστά) για την καταγραφή της συχνότητας των βασικών μεταβλητών, όπως τα καταθλιπτικά συμπτώματα, ο σχολικός εκφοβισμός, η αυτοεκτίμηση και ο αυτοτραυματισμός. Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατηγορικών μεταβλητών, όπως ο σχολικός εκφοβισμός και ατομικά/οικογενειακά χαρακτηριστικά ή η πρόθεση αυτοτραυματισμού, εφαρμόστηκε η δοκιμασία Chi-Square (χ²). Σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι απαραίτητες στατιστικές προϋποθέσεις, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος Monte Carlo για ακριβέστερη εκτίμηση των τιμών p. Για τις μη παραμετρικές συγκρίσεις μεταξύ δύο ανεξάρτητων ομάδων (π.χ. φύλο και επίπεδο καταθλιπτικών συμπτωμάτων ή αυτοεκτίμησης), εφαρμόστηκε το κριτήριο Mann–Whitney U. Για τη συσχέτιση μεταξύ ποσοτικών μεταβλητών που δεν ακολουθούσαν κανονική κατανομή (π.χ. αυτοεκτίμηση, καταθλιπτικά συμπτώματα, ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα), χρησιμοποιήθηκε ο μη παραμετρικός συντελεστής Spearman’s rho. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση για την εκτίμηση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικό-δημογραφικά χαρακτηριστικά, τον σχολικό εκφοβισμό, και πιο συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Εκφοβιστή, του Δέκτη ή του Εκφοβιστή-Δέκτη, της δυνατότητες/δυσκολίες, την συνολική βαθμολογία και τις πέντε διαστάσεις της κλίμακας και τον βαθμό αυτοεκτίμησης. Η διαμεσολάβηση (mediator) και ο μετριασμός (moderator) της αυτοεκτίμησης αναλύθηκαν μέσω του Process v.4. Macro. Η αξιοπιστία εσωτερικής συνοχής των εργαλείων αξιολογήθηκε μέσω του δείκτη Cronbach’s Alpha, ενώ η εγκυρότητα της κλίμακας CDI-2 διερευνήθηκε με διερευνητική παραγοντική ανάλυση (EFA). Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό SPSS 19.0. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p < 0,05. Αποτελέσματα: Το 14,3%(n=552) του δείγματος παρουσίασε καταθλιπτικά συμπτώματα (CDI-2≥20).Κατά την δοκιμασία της λογιστικής παλινδρόμησης, τα κορίτσια είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε σχέση με τα αγόρια (OR=1,93, 95% CI: 1,10–3,38, p = 0,02), ενώ παιδιά που είχαν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές (κυρίως ΔΕΠΥ) εμφάνισαν πενταπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν καταθλιπτικά συμπτώματα συγκριτικά με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή (OR=5,56,95% CI: 2,09–14,78, p = ,001). Το 39,3% των συμμετεχόντων ανέφεραν εμπλοκή σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Από αυτά, το 29,3% είχαν εκφοβιστεί (Δέκτες), το 4,2% είχαν εκφοβίσει συστηματικά άλλους (Εκφοβιστές), ενώ το 11,2% είχαν εκφοβίσει και εκφοβιστεί το ίδιο χρονικό διάστημα (Εκφοβιστες-Δέκτες). Τα υπέρβαρα/παχύσαρκα αγόρια παρουσίασαν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες (OR:2,51, 95% CI:1,03-6,14, p=0,043), συγκριτικά με τα αγόρια όπου ο δείκτης μάζα σώματος(ΔΜΖ) ήταν στα φυσιολογικά όρια. Επίσης, τα παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές είχαν σχεδόν τετραπλάσιες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες-Εκφοβιστες το ίδιο χρονικό διάστημα (OR:3,98, (95% CI:1,03-8,29, p=0,044) συγκριτικά με τα παιδιά που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Οι μαθητές που εμπλέκονταν σε σχολικό εκφοβισμό με την ιδιότητα του Δέκτη ή του Δέκτη-Εκφοβιστή είχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (35,5%) συγκριτικά με τα άτομα που παρουσίασαν καταθλιπτικά συμπτώματα αλλά δεν ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (11,6%) (x2=25.531,rho=0,215,p<0,001). Όσο αφορά την αυτοεκτίμηση το 10,5% των συμμετεχόντων αναφέραν χαμηλή αυτοεκτίμηση (RSES score<15).Τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (55,2%) και στοχοποίησης (44,7%), σε σύγκριση με τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση (3% και 11% αντίστοιχα) (x²=94,737 και x²=25,510, p<0,001). Επίσης, ο βαθμός αυτοεκτίμησης παρουσίασε αρνητική, μέτρια συσχέτιση με την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων (rho= -0,336, p<0,01) και τις συναισθηματικές δυσκολίες (rho =-0,346, p<0,01). Επιπλέον, στη σχέση μεταξύ καταθλιπτικών συμπτωμάτων και σχολικού εκφοβισμού, η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαμεσολαβεί, με τη μεγαλύτερη έμμεση επίδραση να παρατηρείται στην ομάδα των παιδιών που ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (effect size = 3,7156, p < 0,001). Ως ρυθμιστικός παράγοντας (moderator), η αυτοεκτίμηση επηρέασε σημαντικά την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων μόνο στη σχέση μεταξύ των Δεκτών και των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Τέλος, το 14,8% των συμμετεχόντων ανέφεραν σκέψεις αυτοτραυματισμού, ενώ το 3,6% είχαν πρόθεση για αυτοτραυματισμό. Τα ποσοστά αυτά ήταν υψηλότερα μεταξύ των παιδιών που ήθελαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους (73%) και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σχέση με τα παιδιά που δεν είχαν σκεφτεί να κάνουν κακό στον εαυτό τους και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα(6,2%).(x2=147,390, p<0,001). Παρομοίως, ψηλότερα ποσοστά σκέψεις για αυτοτραυματισμό φάνηκε να σημειώνουν τα παιδιά που ήταν Δέκτες (28,6%) συγκριτικά με τα παιδιά-συμμετέχοντες που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό αλλά δεν ήταν Δέκτες (3,4%)( x2=25,303, p<0,001). Ακόμη, υψηλά, σχεδόν δύο στους πέντε συμμετέχοντες (39,7%) που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους συμμετέχοντες που είχαν ικανοποιητική(2%) ή υψηλή αυτοεκτίμηση (4,7%) και είχαν σκέψεις αυτοτραυματισμού (x2=52,060, rho = -0,236,p<0,001). Συνολικά το 92% των παιδιών-συμμετεχόντων που αυτό-αξιολόγησαν τον εαυτό τους στο φάσμα του οριακά κλινικό/κλινικό της συνολική βαθμολογία των δυνατοτήτων και δυσκολίων φάνηκε να παρουσιάζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σύγκριση με τα παιδιά που ήταν στα φυσιολογικά όρια, όπου, το ποσοστό ήταν μόλις στο 6,6% (x2=270,587, p<0,001). Παρομοίως, όλοι οι συμμετέχοντες που εμπλάκηκαν στον σχολικό εκφοβισμό με οποιαδήποτε ιδιότητα, φάνηκε να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες συγκριτικά με τα παιδία που δεν συμμετείχαν ποτέ ή εμπλάκηκαν 1-2 φορές τους τελευταίους δύο μήνες. Επίσης, οι ίδιοι συμμετέχοντες σημείωσαν πιο χαμηλή αυτό-εκτίμηση και σκέψη ή πρόθεση για αυτοτραυματισμό(p<0,001). Συμπεράσματα: Τα κορίτσια και τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η εμπλοκή στο σχολικό εκφοβισμό, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές, συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο, ιδιαίτερα στην ομάδα των Δεκτών-Εκφοβιστών, ενώ λειτούργησε ως εν μέρη ρυθμιστικός παράγοντας μόνο στη σχέση μεταξύ Δεκτών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμπλακούν σε περιστατικά εκφοβισμού, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές. Η πρόθεση αυτοτραυματισμού συσχετίστηκε επίσης ισχυρά με τη σοβαρότητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, την εμπλοκή σε σχολικό εκφοβισμό και τις συναισθηματικές δυσκολίες Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη για παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Σε ερευνητικό επίπεδο, θα ήταν ωφέλιμη η διεξαγωγή διαχρονικών μελετών για να διευκρινιστεί περαιτέρω η σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στον διαμεσολαβητικό και ρυθμιστικό ρόλο της αυτοεκτίμησης με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, ποιοτικές μελέτες που εξετάζουν το ζήτημα του αυτοτραυματισμού σε σχέση με τη συμμετοχή σε περιστατικά εκφοβισμού, ιδιαίτερα από την οπτική των δραστών, ενδέχεται να αποκαλύψουν κρίσιμες βιωματικές διαστάσεις που συχνά παραβλέπονται. Σε εκπαιδευτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία ανάπτυξης προγραμμάτων που στοχεύουν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών, καθώς και στην εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών για την αναγνώριση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού. Τέλος, σε επίπεδο πολιτικής, προτείνεται η ενσωμάτωση προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα, με ταυτόχρονη διάθεση επαρκών πόρων για τη στήριξη της ψυχικής υγείας των παιδιών. Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να στοχεύουν στο ευρύτερο σχολικό περιβάλλον και όχι αποκλειστικά στην ενδυνάμωση των παιδιών-θυμάτων, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος μετατόπισης της ευθύνης αποκλειστικά στο ίδιο το παιδί (victim-blaming) | Description: | Introduction: Childhood and adolescence represent a critical period for an individual’s psychosocial development, laying the foundation for mental health in adulthood. According to international literature, the prevalence of depressive symptoms among minors remains high. Among other factors, school bullying has been identified as a significant contributor to the development of depressive symptoms. Despite the well-documented association between school bullying and mental health, research data focusing on the relationship between school bullying and depressive symptoms during preadolescence is lacking in Cyprus. Aim: The present empirical study aimed to investigate the relationship between depressive symptoms and school bullying among Greek-speaking final-year primary school students in the Republic of Cyprus. The specific objectives of the study were: (a) to assess the prevalence of depressive symptoms and explore their relationship with individual and family characteristics, psychosocial functioning, self-esteem, and self-harm; (b) to record the frequency, form, and type of school bullying and examine their association with the same characteristics; (c) to evaluate the level of self-esteem and its relationship with individual and family characteristics and psychosocial difficulties, as well as to investigate the role of self-esteem in the relationship between school bullying and depressive symptoms; and (d) to record the frequency of thoughts or intentions of self-harm in relation to gender differences and the psychosocial difficulties of the participants. Materials and Methods: A descriptive correlational study with cross-sectional comparisons was conducted. The sample was collected through stratified random sampling. Participants were 6th grade primary school students (aged 10–13 years) from all districts of the Republic of Cyprus. The following instruments were used for data collection: (a) the Children’s Depression Inventory 2 (CDI 2) for assessing the severity of depressive symptoms, (b) the Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire (OBVQ-R) for evaluating the frequency, form, and type of school bullying, (c) the Strengths and Difficulties Questionnaire (SDQ) for assessing the level and dimensions of psychosocial functioning (subscales), (d) the Rosenberg Self-Esteem Scale (RSES) for evaluating self-esteem, (e) a self-constructed questionnaire for recording the socio-demographic characteristics of the sample and (f) Brief, non-structured questions were employed to assess the presence of self-harm thoughts or intentions. The statistical analysis included descriptive statistics (mean, standard deviation, percentages) to record the prevalence of the main variables such as depressive symptoms, school bullying, self-esteem, and self-harm. To examine relationships between categorical variables, such as school bullying and individual/family characteristics or self-harm intention, the Chi-square test (χ²) was applied. In cases where the test's assumptions were not met, the Monte Carlo method was applied to obtain more accurate p-values. For non-parametric comparisons between two independent groups (e.g., gender and levels of depressive symptoms or self-esteem), the Mann–Whitney U test was used. To explore associations between non-normally distributed continuous variables (e.g., self-esteem, depressive symptoms, psychosocial functioning), the Spearman’s rho non-parametric correlation coefficient was applied. In addition, multivariable logistic regression was used to estimate the odds of developing depressive symptoms, considering socio-demographic characteristics, school bullying (specifically the roles of Bully, Victim, or Bully-Victim), the SDQ total score and its five subscales, and self-esteem level. Mediation and moderation analyses involving self-esteem were conducted using the PROCESS v4.0 macro. The internal consistency reliability of the instruments was assessed using Cronbach’s alpha, while the construct validity of the CDI-2 was examined through Exploratory Factor Analysis (EFA). Statistical analysis was conducted using SPSS version 19.0, with the level of statistical significance set at p < 0.05. Results: A total of 14.3% of the sample (n = 552) exhibited depressive symptoms (CDI-2 ≥ 20). In the logistic regression analysis, girls were found to be almost twice as likely to develop depressive symptoms compared to boys (OR = 1.93, 95% CI: 1.10–3.38, p = 0.02). Children with a diagnosed mental health condition or neurodevelopmental disorder (mainly ADHD) were over five times more likely to develop depressive symptoms than those without such diagnoses (OR = 5.56, 95% CI: 2.09–14.78, p = 0.001). A total of 39.3% of participants reported involvement in school bullying incidents. Among them, 29.3% were victims, 4.2% were perpetrators, and 11.2% reported being both perpetrators and victims (bully-victims). Overweight/obese boys had a significantly higher likelihood of being victims compared to boys with a normal body mass index (OR = 2.51, 95% CI: 1.03–6.14, p = 0.043). Children with neurodevelopmental disorders were also nearly four times more likely to be classified as bully-victims compared to children without such diagnoses (OR = 3.98, 95% CI: 1.03–8.29, p = 0.044). Students involved in bullying, either as victims or bully-victims, showed significantly higher rates of depressive symptoms (35.5%) compared to those who had depressive symptoms but were not involved as victims or bully-victims (11.6%) (χ² = 25.531, rho = 0.215, p < 0.001). Regarding self-esteem, 10.5% of participants reported low self-esteem (RSES score < 15). Children with low self-esteem had considerably higher rates of depressive symptoms (55.2%) and victimization (44.7%) compared to those with high self-esteem (3% and 11%, respectively) (χ² = 94.737 and χ² = 25.510, respectively, p < 0.001). Self-esteem was moderately and negatively correlated with both the severity of depressive symptoms (rho = –0.336, p < 0.01) and emotional difficulties (rho = –0.346, p < 0.01). Moreover, self-esteem was found to mediate the relationship between depressive symptoms and school bullying, with the strongest indirect effect observed in the bully-victim group (effect size = 3.7156, p < 0.001). As a moderator, self-esteem significantly affected the intensity of depressive symptoms only in the victim group. Furthermore, 14.8% of the participants reported thoughts of self-harm, while 3.6% expressed an intention to self-harm. These rates were markedly higher among children who wanted to harm themselves and exhibited depressive symptoms (73%), compared to those with depressive symptoms who had not experienced such thoughts (6.2%) (χ² = 147.390, p < 0.001). Similarly, children who were victims of bullying showed significantly higher rates of self-harm ideation (28.6%) than those with such thoughts but who were not victims (3.4%) (χ² = 25.303, p < 0.001). Additionally, nearly two out of five children (39.7%) who reported self-harm ideation had low self-esteem, compared to only 2% of those with satisfactory and 4.7% of those with high self-esteem who reported such thoughts (χ² = 52.060, rho = –0.236, p < 0.001). Overall, 92% of children who self-rated within the borderline/clinical range on the total SDQ score showed depressive symptoms, compared to just 6.6% of those within the normal range (χ² = 270.587, p < 0.001). Similarly, all participants involved in bullying in any role experienced greater psychosocial difficulties than those who were never involved or involved only 1–2 times in the past two months. These participants also reported significantly lower self-esteem and more frequent thoughts or intentions of self-harm (p < 0.001). Conclusions Girls, children with ADHD, and those with a foreign-born father showed higher rates of depressive symptoms. Being involved in school bullying, either by being bullied or both bullying and being bullied, was associated with a greater risk of depressive symptoms. Low self-esteem played both a mediating and moderating role, as children with low self-esteem were more likely to be bullied or to both bully and be bullied. Furthermore, self-harm intent was strongly associated with depressive symptom severity, school bullying, and emotional difficulties. The findings emphasize the need for multi-level interventions. On the research level, longitudinal studies can clarify the relationship between school bullying and depression, and qualitative studies on children’s self-harm may reveal important aspects of their lived experiences. On the educational level, programs should be developed to strengthen self-esteem and psychological resilience in children, along with training for parents and teachers to recognize depressive symptoms. On a policy level, prevention programs should be integrated into the educational system, and adequate resources should be allocated to support children's mental health. | URI: | https://hdl.handle.net/20.500.14279/35628 | Rights: | Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International | Type: | PhD Thesis | Affiliation: | Cyprus University of Technology |
| Appears in Collections: | Διδακτορικές Διατριβές/ PhD Theses |
Files in This Item:
| File | Description | Size | Format | |
|---|---|---|---|---|
| PhD_Γιώργος Αλεξάνδρου_2025.pdf | ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ | 9.09 MB | Adobe PDF | View/Open |
CORE Recommender
Page view(s)
120
Last Week
1
1
Last month
10
10
checked on Jun 5, 2026
Download(s)
32
checked on Jun 5, 2026
Google ScholarTM
Check
This item is licensed under a Creative Commons License

