Διερεύνηση της σχέσης συμπτωμάτων κατάθλιψης και σχολικού εκφοβισμού σε ελληνόφωνους τελειόφοιτους μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης στην Κύπρο
Date Issued
September 2025
Author(s)
Advisor
Abstract
Εισαγωγή: Η παιδική και εφηβική ηλικία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου, καθώς θέτει το θεμέλιο λίθο για την ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων στους ανηλίκους παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Μεταξύ άλλων, ένας σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται με την ανάπτυξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων είναι και σχολικός εκφοβισμός. Παρά την τεκμηριωμένη συσχέτιση του σχολικού εκφοβισμού με την ψυχική υγεία, στην Κύπρο απουσιάζουν ερευνητικά δεδομένα που να εστιάζουν στη σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων κατά την προεφηβική ηλικία.
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εμπειρικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συμπτωμάτων κατάθλιψης και σχολικού εκφοβισμού σε παιδιά, τελειόφοιτους ελληνόφωνους μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι επιμέρους στόχοι της μελέτης ήταν: (α) η εκτίμηση του επιπολασμού των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και η διερεύνηση της σχέσης τους με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα, την αυτοεκτίμηση και τον αυτοτραυματισμό, (β) η καταγραφή της συχνότητας, της μορφής και του τύπου του σχολικού εκφοβισμού καθώς και η διερεύνηση της σχέσης τους με τα ίδια χαρακτηριστικά, (γ) η αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης και της σχέσης του με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, καθώς και η διερεύνηση του ρόλου της αυτοεκτίμησης στη σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, και (δ) η καταγραφή της συχνότητας σκέψεων ή πρόθεσης για αυτοτραυματισμό, σε σχέση με τις διαφορές φύλου και τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες των συμμετεχόντων.
Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε περιγραφική μελέτη συσχέτισης με συγχρονικές συγκρίσεις. Η συλλογή του δείγματος έγινε μέσω τυχαίας στρωματοποιημένης δειγματοληψίας. Το δείγμα αποτέλεσαν μαθητές της 6ης τάξης δημοτικών σχολείων (ηλικίας 10-13 ετών) από όλες τις περιφέρειες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω εργαλεία: α) Children Depression Inventory (CDI 2) για την αξιολόγηση της έντασης των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, β) Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire (ΟBVQ-R) για την αξιολόγηση της συχνότητας, της μορφής και τον τύπο του σχολικού εκφοβισμού, γ) το ερωτηματολόγιο Strengths and Difficulties Questionnaire (SDQ) για την εκτίμηση του βαθμού ή των διαστάσεων της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας (διαστάσεις/ υποκλίμακες), δ) η κλίμακα αυτό-εκτίμησης Rosenberg (RSES) για την αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης, ε) το αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο καταγραφής των κοινωνικό-δημογραφικών χαρακτηριστικών του δείγματος και ζ) για την αποτύπωση της σκέψης ή πρόθεσης αυτοτραυματισμού χρησιμοποιήθηκαν σύντομες, μη δομημένες ερωτήσεις. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική στατιστική (μέσος όρος, τυπική απόκλιση, ποσοστά) για την καταγραφή της συχνότητας των βασικών μεταβλητών, όπως τα καταθλιπτικά συμπτώματα, ο σχολικός εκφοβισμός, η αυτοεκτίμηση και ο αυτοτραυματισμός. Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατηγορικών μεταβλητών, όπως ο σχολικός εκφοβισμός και ατομικά/οικογενειακά χαρακτηριστικά ή η πρόθεση αυτοτραυματισμού, εφαρμόστηκε η δοκιμασία Chi-Square (χ²). Σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι απαραίτητες στατιστικές προϋποθέσεις, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος Monte Carlo για ακριβέστερη εκτίμηση των τιμών p. Για τις μη παραμετρικές συγκρίσεις μεταξύ δύο ανεξάρτητων ομάδων (π.χ. φύλο και επίπεδο καταθλιπτικών συμπτωμάτων ή αυτοεκτίμησης), εφαρμόστηκε το κριτήριο Mann–Whitney U. Για τη συσχέτιση μεταξύ ποσοτικών μεταβλητών που δεν ακολουθούσαν κανονική κατανομή (π.χ. αυτοεκτίμηση, καταθλιπτικά συμπτώματα, ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα), χρησιμοποιήθηκε ο μη παραμετρικός συντελεστής Spearman’s rho. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση για την εκτίμηση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικό-δημογραφικά χαρακτηριστικά, τον σχολικό εκφοβισμό, και πιο συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Εκφοβιστή, του Δέκτη ή του Εκφοβιστή-Δέκτη, της δυνατότητες/δυσκολίες, την συνολική βαθμολογία και τις πέντε διαστάσεις της κλίμακας και τον βαθμό αυτοεκτίμησης. Η διαμεσολάβηση (mediator) και ο μετριασμός (moderator) της αυτοεκτίμησης αναλύθηκαν μέσω του Process v.4. Macro. Η αξιοπιστία εσωτερικής συνοχής των εργαλείων αξιολογήθηκε μέσω του δείκτη Cronbach’s Alpha, ενώ η εγκυρότητα της κλίμακας CDI-2 διερευνήθηκε με διερευνητική παραγοντική ανάλυση (EFA). Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό SPSS 19.0. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p < 0,05.
Αποτελέσματα: Το 14,3%(n=552) του δείγματος παρουσίασε καταθλιπτικά συμπτώματα (CDI-2≥20).Κατά την δοκιμασία της λογιστικής παλινδρόμησης, τα κορίτσια είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε σχέση με τα αγόρια (OR=1,93, 95% CI: 1,10–3,38, p = 0,02), ενώ παιδιά που είχαν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές (κυρίως ΔΕΠΥ) εμφάνισαν πενταπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν καταθλιπτικά συμπτώματα συγκριτικά με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή (OR=5,56,95% CI: 2,09–14,78, p = ,001). Το 39,3% των συμμετεχόντων ανέφεραν εμπλοκή σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Από αυτά, το 29,3% είχαν εκφοβιστεί (Δέκτες), το 4,2% είχαν εκφοβίσει συστηματικά άλλους (Εκφοβιστές), ενώ το 11,2% είχαν εκφοβίσει και εκφοβιστεί το ίδιο χρονικό διάστημα (Εκφοβιστες-Δέκτες). Τα υπέρβαρα/παχύσαρκα αγόρια παρουσίασαν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες (OR:2,51, 95% CI:1,03-6,14, p=0,043), συγκριτικά με τα αγόρια όπου ο δείκτης μάζα σώματος(ΔΜΖ) ήταν στα φυσιολογικά όρια. Επίσης, τα παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές είχαν σχεδόν τετραπλάσιες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες-Εκφοβιστες το ίδιο χρονικό διάστημα (OR:3,98, (95% CI:1,03-8,29, p=0,044) συγκριτικά με τα παιδιά που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Οι μαθητές που εμπλέκονταν σε σχολικό εκφοβισμό με την ιδιότητα του Δέκτη ή του Δέκτη-Εκφοβιστή είχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (35,5%) συγκριτικά με τα άτομα που παρουσίασαν καταθλιπτικά συμπτώματα αλλά δεν ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (11,6%) (x2=25.531,rho=0,215,p<0,001). Όσο αφορά την αυτοεκτίμηση το 10,5% των συμμετεχόντων αναφέραν χαμηλή αυτοεκτίμηση (RSES score<15).Τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (55,2%) και στοχοποίησης (44,7%), σε σύγκριση με τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση (3% και 11% αντίστοιχα) (x²=94,737 και x²=25,510, p<0,001). Επίσης, ο βαθμός αυτοεκτίμησης παρουσίασε αρνητική, μέτρια συσχέτιση με την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων (rho= -0,336, p<0,01) και τις συναισθηματικές δυσκολίες (rho =-0,346, p<0,01). Επιπλέον, στη σχέση μεταξύ καταθλιπτικών συμπτωμάτων και σχολικού εκφοβισμού, η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαμεσολαβεί, με τη μεγαλύτερη έμμεση επίδραση να παρατηρείται στην ομάδα των παιδιών που ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (effect size = 3,7156, p < 0,001). Ως ρυθμιστικός παράγοντας (moderator), η αυτοεκτίμηση επηρέασε σημαντικά την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων μόνο στη σχέση μεταξύ των Δεκτών και των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Τέλος, το 14,8% των συμμετεχόντων ανέφεραν σκέψεις αυτοτραυματισμού, ενώ το 3,6% είχαν πρόθεση για αυτοτραυματισμό. Τα ποσοστά αυτά ήταν υψηλότερα μεταξύ των παιδιών που ήθελαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους (73%) και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σχέση με τα παιδιά που δεν είχαν σκεφτεί να κάνουν κακό στον εαυτό τους και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα(6,2%).(x2=147,390, p<0,001). Παρομοίως, ψηλότερα ποσοστά σκέψεις για αυτοτραυματισμό φάνηκε να σημειώνουν τα παιδιά που ήταν Δέκτες (28,6%) συγκριτικά με τα παιδιά-συμμετέχοντες που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό αλλά δεν ήταν Δέκτες (3,4%)( x2=25,303, p<0,001). Ακόμη, υψηλά, σχεδόν δύο στους πέντε συμμετέχοντες (39,7%) που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους συμμετέχοντες που είχαν ικανοποιητική(2%) ή υψηλή αυτοεκτίμηση (4,7%) και είχαν σκέψεις αυτοτραυματισμού (x2=52,060, rho = -0,236,p<0,001).
Συνολικά το 92% των παιδιών-συμμετεχόντων που αυτό-αξιολόγησαν τον εαυτό τους στο φάσμα του οριακά κλινικό/κλινικό της συνολική βαθμολογία των δυνατοτήτων και δυσκολίων φάνηκε να παρουσιάζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σύγκριση με τα παιδιά που ήταν στα φυσιολογικά όρια, όπου, το ποσοστό ήταν μόλις στο 6,6% (x2=270,587, p<0,001). Παρομοίως, όλοι οι συμμετέχοντες που εμπλάκηκαν στον σχολικό εκφοβισμό με οποιαδήποτε ιδιότητα, φάνηκε να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες συγκριτικά με τα παιδία που δεν συμμετείχαν ποτέ ή εμπλάκηκαν 1-2 φορές τους τελευταίους δύο μήνες. Επίσης, οι ίδιοι συμμετέχοντες σημείωσαν πιο χαμηλή αυτό-εκτίμηση και σκέψη ή πρόθεση για αυτοτραυματισμό(p<0,001).
Συμπεράσματα: Τα κορίτσια και τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η εμπλοκή στο σχολικό εκφοβισμό, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές, συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο, ιδιαίτερα στην ομάδα των Δεκτών-Εκφοβιστών, ενώ λειτούργησε ως εν μέρη ρυθμιστικός παράγοντας μόνο στη σχέση μεταξύ Δεκτών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμπλακούν σε περιστατικά εκφοβισμού, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές. Η πρόθεση αυτοτραυματισμού συσχετίστηκε επίσης ισχυρά με τη σοβαρότητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, την εμπλοκή σε σχολικό εκφοβισμό και τις συναισθηματικές δυσκολίες
Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη για παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Σε ερευνητικό επίπεδο, θα ήταν ωφέλιμη η διεξαγωγή διαχρονικών μελετών για να διευκρινιστεί περαιτέρω η σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στον διαμεσολαβητικό και ρυθμιστικό ρόλο της αυτοεκτίμησης με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, ποιοτικές μελέτες που εξετάζουν το ζήτημα του αυτοτραυματισμού σε σχέση με τη συμμετοχή σε περιστατικά εκφοβισμού, ιδιαίτερα από την οπτική των δραστών, ενδέχεται να αποκαλύψουν κρίσιμες βιωματικές διαστάσεις που συχνά παραβλέπονται.
Σε εκπαιδευτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία ανάπτυξης προγραμμάτων που στοχεύουν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών, καθώς και στην εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών για την αναγνώριση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού.
Τέλος, σε επίπεδο πολιτικής, προτείνεται η ενσωμάτωση προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα, με ταυτόχρονη διάθεση επαρκών πόρων για τη στήριξη της ψυχικής υγείας των παιδιών. Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να στοχεύουν στο ευρύτερο σχολικό περιβάλλον και όχι αποκλειστικά στην ενδυνάμωση των παιδιών-θυμάτων, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος μετατόπισης της ευθύνης αποκλειστικά στο ίδιο το παιδί (victim-blaming)
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εμπειρικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συμπτωμάτων κατάθλιψης και σχολικού εκφοβισμού σε παιδιά, τελειόφοιτους ελληνόφωνους μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης, στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι επιμέρους στόχοι της μελέτης ήταν: (α) η εκτίμηση του επιπολασμού των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και η διερεύνηση της σχέσης τους με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα, την αυτοεκτίμηση και τον αυτοτραυματισμό, (β) η καταγραφή της συχνότητας, της μορφής και του τύπου του σχολικού εκφοβισμού καθώς και η διερεύνηση της σχέσης τους με τα ίδια χαρακτηριστικά, (γ) η αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης και της σχέσης του με ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, καθώς και η διερεύνηση του ρόλου της αυτοεκτίμησης στη σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, και (δ) η καταγραφή της συχνότητας σκέψεων ή πρόθεσης για αυτοτραυματισμό, σε σχέση με τις διαφορές φύλου και τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες των συμμετεχόντων.
Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε περιγραφική μελέτη συσχέτισης με συγχρονικές συγκρίσεις. Η συλλογή του δείγματος έγινε μέσω τυχαίας στρωματοποιημένης δειγματοληψίας. Το δείγμα αποτέλεσαν μαθητές της 6ης τάξης δημοτικών σχολείων (ηλικίας 10-13 ετών) από όλες τις περιφέρειες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω εργαλεία: α) Children Depression Inventory (CDI 2) για την αξιολόγηση της έντασης των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, β) Revised Olweus Bully/Victim Questionnaire (ΟBVQ-R) για την αξιολόγηση της συχνότητας, της μορφής και τον τύπο του σχολικού εκφοβισμού, γ) το ερωτηματολόγιο Strengths and Difficulties Questionnaire (SDQ) για την εκτίμηση του βαθμού ή των διαστάσεων της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας (διαστάσεις/ υποκλίμακες), δ) η κλίμακα αυτό-εκτίμησης Rosenberg (RSES) για την αξιολόγηση του βαθμού αυτοεκτίμησης, ε) το αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο καταγραφής των κοινωνικό-δημογραφικών χαρακτηριστικών του δείγματος και ζ) για την αποτύπωση της σκέψης ή πρόθεσης αυτοτραυματισμού χρησιμοποιήθηκαν σύντομες, μη δομημένες ερωτήσεις. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική στατιστική (μέσος όρος, τυπική απόκλιση, ποσοστά) για την καταγραφή της συχνότητας των βασικών μεταβλητών, όπως τα καταθλιπτικά συμπτώματα, ο σχολικός εκφοβισμός, η αυτοεκτίμηση και ο αυτοτραυματισμός. Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατηγορικών μεταβλητών, όπως ο σχολικός εκφοβισμός και ατομικά/οικογενειακά χαρακτηριστικά ή η πρόθεση αυτοτραυματισμού, εφαρμόστηκε η δοκιμασία Chi-Square (χ²). Σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι απαραίτητες στατιστικές προϋποθέσεις, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος Monte Carlo για ακριβέστερη εκτίμηση των τιμών p. Για τις μη παραμετρικές συγκρίσεις μεταξύ δύο ανεξάρτητων ομάδων (π.χ. φύλο και επίπεδο καταθλιπτικών συμπτωμάτων ή αυτοεκτίμησης), εφαρμόστηκε το κριτήριο Mann–Whitney U. Για τη συσχέτιση μεταξύ ποσοτικών μεταβλητών που δεν ακολουθούσαν κανονική κατανομή (π.χ. αυτοεκτίμηση, καταθλιπτικά συμπτώματα, ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα), χρησιμοποιήθηκε ο μη παραμετρικός συντελεστής Spearman’s rho. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε πολυμεταβλητή λογιστική παλινδρόμηση για την εκτίμηση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικό-δημογραφικά χαρακτηριστικά, τον σχολικό εκφοβισμό, και πιο συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Εκφοβιστή, του Δέκτη ή του Εκφοβιστή-Δέκτη, της δυνατότητες/δυσκολίες, την συνολική βαθμολογία και τις πέντε διαστάσεις της κλίμακας και τον βαθμό αυτοεκτίμησης. Η διαμεσολάβηση (mediator) και ο μετριασμός (moderator) της αυτοεκτίμησης αναλύθηκαν μέσω του Process v.4. Macro. Η αξιοπιστία εσωτερικής συνοχής των εργαλείων αξιολογήθηκε μέσω του δείκτη Cronbach’s Alpha, ενώ η εγκυρότητα της κλίμακας CDI-2 διερευνήθηκε με διερευνητική παραγοντική ανάλυση (EFA). Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό SPSS 19.0. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p < 0,05.
Αποτελέσματα: Το 14,3%(n=552) του δείγματος παρουσίασε καταθλιπτικά συμπτώματα (CDI-2≥20).Κατά την δοκιμασία της λογιστικής παλινδρόμησης, τα κορίτσια είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες ανάπτυξης καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε σχέση με τα αγόρια (OR=1,93, 95% CI: 1,10–3,38, p = 0,02), ενώ παιδιά που είχαν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές (κυρίως ΔΕΠΥ) εμφάνισαν πενταπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν καταθλιπτικά συμπτώματα συγκριτικά με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή (OR=5,56,95% CI: 2,09–14,78, p = ,001). Το 39,3% των συμμετεχόντων ανέφεραν εμπλοκή σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Από αυτά, το 29,3% είχαν εκφοβιστεί (Δέκτες), το 4,2% είχαν εκφοβίσει συστηματικά άλλους (Εκφοβιστές), ενώ το 11,2% είχαν εκφοβίσει και εκφοβιστεί το ίδιο χρονικό διάστημα (Εκφοβιστες-Δέκτες). Τα υπέρβαρα/παχύσαρκα αγόρια παρουσίασαν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες (OR:2,51, 95% CI:1,03-6,14, p=0,043), συγκριτικά με τα αγόρια όπου ο δείκτης μάζα σώματος(ΔΜΖ) ήταν στα φυσιολογικά όρια. Επίσης, τα παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές είχαν σχεδόν τετραπλάσιες πιθανότητες να γίνουν Δέκτες-Εκφοβιστες το ίδιο χρονικό διάστημα (OR:3,98, (95% CI:1,03-8,29, p=0,044) συγκριτικά με τα παιδιά που δεν είχαν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ή νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Οι μαθητές που εμπλέκονταν σε σχολικό εκφοβισμό με την ιδιότητα του Δέκτη ή του Δέκτη-Εκφοβιστή είχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (35,5%) συγκριτικά με τα άτομα που παρουσίασαν καταθλιπτικά συμπτώματα αλλά δεν ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (11,6%) (x2=25.531,rho=0,215,p<0,001). Όσο αφορά την αυτοεκτίμηση το 10,5% των συμμετεχόντων αναφέραν χαμηλή αυτοεκτίμηση (RSES score<15).Τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων (55,2%) και στοχοποίησης (44,7%), σε σύγκριση με τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση (3% και 11% αντίστοιχα) (x²=94,737 και x²=25,510, p<0,001). Επίσης, ο βαθμός αυτοεκτίμησης παρουσίασε αρνητική, μέτρια συσχέτιση με την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων (rho= -0,336, p<0,01) και τις συναισθηματικές δυσκολίες (rho =-0,346, p<0,01). Επιπλέον, στη σχέση μεταξύ καταθλιπτικών συμπτωμάτων και σχολικού εκφοβισμού, η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαμεσολαβεί, με τη μεγαλύτερη έμμεση επίδραση να παρατηρείται στην ομάδα των παιδιών που ήταν Δέκτες-Εκφοβιστές (effect size = 3,7156, p < 0,001). Ως ρυθμιστικός παράγοντας (moderator), η αυτοεκτίμηση επηρέασε σημαντικά την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων μόνο στη σχέση μεταξύ των Δεκτών και των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Τέλος, το 14,8% των συμμετεχόντων ανέφεραν σκέψεις αυτοτραυματισμού, ενώ το 3,6% είχαν πρόθεση για αυτοτραυματισμό. Τα ποσοστά αυτά ήταν υψηλότερα μεταξύ των παιδιών που ήθελαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους (73%) και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σχέση με τα παιδιά που δεν είχαν σκεφτεί να κάνουν κακό στον εαυτό τους και είχαν των καταθλιπτικά συμπτώματα(6,2%).(x2=147,390, p<0,001). Παρομοίως, ψηλότερα ποσοστά σκέψεις για αυτοτραυματισμό φάνηκε να σημειώνουν τα παιδιά που ήταν Δέκτες (28,6%) συγκριτικά με τα παιδιά-συμμετέχοντες που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό αλλά δεν ήταν Δέκτες (3,4%)( x2=25,303, p<0,001). Ακόμη, υψηλά, σχεδόν δύο στους πέντε συμμετέχοντες (39,7%) που είχαν σκέψεις για αυτοτραυματισμό είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους συμμετέχοντες που είχαν ικανοποιητική(2%) ή υψηλή αυτοεκτίμηση (4,7%) και είχαν σκέψεις αυτοτραυματισμού (x2=52,060, rho = -0,236,p<0,001).
Συνολικά το 92% των παιδιών-συμμετεχόντων που αυτό-αξιολόγησαν τον εαυτό τους στο φάσμα του οριακά κλινικό/κλινικό της συνολική βαθμολογία των δυνατοτήτων και δυσκολίων φάνηκε να παρουσιάζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, σε σύγκριση με τα παιδιά που ήταν στα φυσιολογικά όρια, όπου, το ποσοστό ήταν μόλις στο 6,6% (x2=270,587, p<0,001). Παρομοίως, όλοι οι συμμετέχοντες που εμπλάκηκαν στον σχολικό εκφοβισμό με οποιαδήποτε ιδιότητα, φάνηκε να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες συγκριτικά με τα παιδία που δεν συμμετείχαν ποτέ ή εμπλάκηκαν 1-2 φορές τους τελευταίους δύο μήνες. Επίσης, οι ίδιοι συμμετέχοντες σημείωσαν πιο χαμηλή αυτό-εκτίμηση και σκέψη ή πρόθεση για αυτοτραυματισμό(p<0,001).
Συμπεράσματα: Τα κορίτσια και τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η εμπλοκή στο σχολικό εκφοβισμό, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές, συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο, ιδιαίτερα στην ομάδα των Δεκτών-Εκφοβιστών, ενώ λειτούργησε ως εν μέρη ρυθμιστικός παράγοντας μόνο στη σχέση μεταξύ Δεκτών και καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, τα παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμπλακούν σε περιστατικά εκφοβισμού, είτε ως Δέκτες είτε ως Δέκτες-Εκφοβιστές. Η πρόθεση αυτοτραυματισμού συσχετίστηκε επίσης ισχυρά με τη σοβαρότητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, την εμπλοκή σε σχολικό εκφοβισμό και τις συναισθηματικές δυσκολίες
Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν την ανάγκη για παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Σε ερευνητικό επίπεδο, θα ήταν ωφέλιμη η διεξαγωγή διαχρονικών μελετών για να διευκρινιστεί περαιτέρω η σχέση μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στον διαμεσολαβητικό και ρυθμιστικό ρόλο της αυτοεκτίμησης με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, ποιοτικές μελέτες που εξετάζουν το ζήτημα του αυτοτραυματισμού σε σχέση με τη συμμετοχή σε περιστατικά εκφοβισμού, ιδιαίτερα από την οπτική των δραστών, ενδέχεται να αποκαλύψουν κρίσιμες βιωματικές διαστάσεις που συχνά παραβλέπονται.
Σε εκπαιδευτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία ανάπτυξης προγραμμάτων που στοχεύουν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών, καθώς και στην εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών για την αναγνώριση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού.
Τέλος, σε επίπεδο πολιτικής, προτείνεται η ενσωμάτωση προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα, με ταυτόχρονη διάθεση επαρκών πόρων για τη στήριξη της ψυχικής υγείας των παιδιών. Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να στοχεύουν στο ευρύτερο σχολικό περιβάλλον και όχι αποκλειστικά στην ενδυνάμωση των παιδιών-θυμάτων, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος μετατόπισης της ευθύνης αποκλειστικά στο ίδιο το παιδί (victim-blaming)
File(s)![Thumbnail Image]()
Name
PhD_Γιώργος Αλεξάνδρου_2025.pdf
Size
8.88 MB
Format
Adobe PDF
Checksum (MD5)
70685e75e730c78355a2dbf54440c53b

