Καταγραφή αναπτυξιακών σταδίων ξενικών και γηγενών ποικιλιών της Κύπρου στην αμπελουργική ζώνη της Πάφου
Date Issued
May 2025
Author(s)
Advisor
Abstract
Οι αμπελώνες αποτελούν βασικό στοιχείο της γεωργικής παραγωγής στην Κύπρο,
ιδιαίτερα σε ξηροθερμικές περιοχές. Η κλιματική αλλαγή και η εντατικοποίηση της
αμπελουργίας έχουν αυξήσει την ανάγκη για αρδευόμενες καλλιέργειες, εγείροντας ερωτήματα
σχετικά με τη φυσιολογική απόκριση των φυτών και την ποιότητα της τελικής παραγωγής. Αν
και διεθνώς υπάρχει εκτεταμένη έρευνα για την αντοχή των ποικιλιών σε αβιοτικές
καταπονήσεις, στην Κύπρο οι σχετικές μελέτες είναι περιορισμένες. Η παρούσα έρευνα
επικεντρώνεται στις ξενικές ποικιλίες ‘Shiraz’, ‘Merlot’, ‘Mataro’, ‘Ugni blanc’, καθώς και στη
γηγενή ποικιλία ‘Ξυνιστέρι’, που καλλιεργούνται στην περιοχή Πιταργού (Επαρχία Πάφου,
υψόμετρο 300 m). Στόχος της μελέτης ήταν η φαινολογική παρατήρηση αυτών των ποικιλιών
από το στάδιο της έκπτυξης των οφθαλμών έως τη συγκομιδή, με έμφαση στις καλλιεργητικές
πρακτικές, τις φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και την προσαρμογή τους στις τοπικές
κλιματολογικές συνθήκες. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα φαινολογικά στάδια,
σύμφωνα με την κλίμακα BBCH, περιλαμβάνοντας το μέγεθος των ραγών (BBCH75), το τέλος
του περκασμού (BBCH85), την ενδιάμεση ωρίμανση (BBCH87) και την τελική ωρίμανση
(BBCH89). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των ποικιλιών, με τις ποικιλίες
‘Shiraz’ και ‘Merlot’ να εμφανίζουν ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά και μεγαλύτερη
ευαισθησία σε ηλιοκαύματα και αφυδάτωση λόγω της λεπτής φλούδας των ραγών τους.
Αντίθετα, το ‘Ξυνιστέρι’ παρουσίασε αυξημένη ανθεκτικότητα στις ξηροθερμικές συνθήκες,
διατηρώντας σταθερή ποιότητα και περιεκτικότητα σε σάκχαρα. Οι ποικιλίες ‘Mataro’ και ‘Ugni
blanc’ εμφάνισαν ενδιάμεση συμπεριφορά, με πιο αργή ωρίμανση και αυξημένες απαιτήσεις
διαχείρισης του φυλλώματος για την αποφυγή υπερθέρμανσης των ραγών. Συμπερασματικά, τα
ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη προσαρμογής των καλλιεργητικών πρακτικών στις
ιδιαιτερότητες κάθε ποικιλίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη ανάπτυξη και
παραγωγικότητα στις κλιματικές συνθήκες της Κύπρου. Η ανάλυση των τιμών Baume και
αλκοολικού τίτλου ανέδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ποικιλιών. Οι ποικιλίες ‘Shiraz’
και ‘Merlot’ παρουσίασαν τις υψηλότερες τιμές Baume και αλκοολικού τίτλου, υποδηλώνοντας
υψηλότερη συγκέντρωση σακχάρων και δυναμικό για παραγωγή κρασιών με πλούσιο σώμα και
υψηλή αλκοολική περιεκτικότητα. Αντίθετα, οι ποικιλίες ‘Ugni Blanc’ και ‘Ξυνιστέρι’ κατέγραψαν χαμηλότερες τιμές, γεγονός που τις καθιστά κατάλληλες για ελαφριά και φρέσκα
κρασιά. Η ποικιλία ‘Mataro’ παρουσίασε τη μεγαλύτερη μεταβλητότητα, αντανακλώντας την
επίδραση των συνθηκών καλλιέργειας και της χρονικής στιγμής συγκομιδής. Τα αποτελέσματα
της παρούσης μελέτης υπογραμμίζουν τη σημασία της φαινολογικής παρατήρησης και της
διαχείρισης της ωρίμανσης για τη διασφάλιση της ποιότητας των σταφυλιών με απώτερο σκοπό
την αξιοποίησή τους για παραγωγή κρασιών με επιθυμητά χαρακτηριστικά.
ιδιαίτερα σε ξηροθερμικές περιοχές. Η κλιματική αλλαγή και η εντατικοποίηση της
αμπελουργίας έχουν αυξήσει την ανάγκη για αρδευόμενες καλλιέργειες, εγείροντας ερωτήματα
σχετικά με τη φυσιολογική απόκριση των φυτών και την ποιότητα της τελικής παραγωγής. Αν
και διεθνώς υπάρχει εκτεταμένη έρευνα για την αντοχή των ποικιλιών σε αβιοτικές
καταπονήσεις, στην Κύπρο οι σχετικές μελέτες είναι περιορισμένες. Η παρούσα έρευνα
επικεντρώνεται στις ξενικές ποικιλίες ‘Shiraz’, ‘Merlot’, ‘Mataro’, ‘Ugni blanc’, καθώς και στη
γηγενή ποικιλία ‘Ξυνιστέρι’, που καλλιεργούνται στην περιοχή Πιταργού (Επαρχία Πάφου,
υψόμετρο 300 m). Στόχος της μελέτης ήταν η φαινολογική παρατήρηση αυτών των ποικιλιών
από το στάδιο της έκπτυξης των οφθαλμών έως τη συγκομιδή, με έμφαση στις καλλιεργητικές
πρακτικές, τις φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και την προσαρμογή τους στις τοπικές
κλιματολογικές συνθήκες. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα φαινολογικά στάδια,
σύμφωνα με την κλίμακα BBCH, περιλαμβάνοντας το μέγεθος των ραγών (BBCH75), το τέλος
του περκασμού (BBCH85), την ενδιάμεση ωρίμανση (BBCH87) και την τελική ωρίμανση
(BBCH89). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των ποικιλιών, με τις ποικιλίες
‘Shiraz’ και ‘Merlot’ να εμφανίζουν ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά και μεγαλύτερη
ευαισθησία σε ηλιοκαύματα και αφυδάτωση λόγω της λεπτής φλούδας των ραγών τους.
Αντίθετα, το ‘Ξυνιστέρι’ παρουσίασε αυξημένη ανθεκτικότητα στις ξηροθερμικές συνθήκες,
διατηρώντας σταθερή ποιότητα και περιεκτικότητα σε σάκχαρα. Οι ποικιλίες ‘Mataro’ και ‘Ugni
blanc’ εμφάνισαν ενδιάμεση συμπεριφορά, με πιο αργή ωρίμανση και αυξημένες απαιτήσεις
διαχείρισης του φυλλώματος για την αποφυγή υπερθέρμανσης των ραγών. Συμπερασματικά, τα
ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη προσαρμογής των καλλιεργητικών πρακτικών στις
ιδιαιτερότητες κάθε ποικιλίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη ανάπτυξη και
παραγωγικότητα στις κλιματικές συνθήκες της Κύπρου. Η ανάλυση των τιμών Baume και
αλκοολικού τίτλου ανέδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ποικιλιών. Οι ποικιλίες ‘Shiraz’
και ‘Merlot’ παρουσίασαν τις υψηλότερες τιμές Baume και αλκοολικού τίτλου, υποδηλώνοντας
υψηλότερη συγκέντρωση σακχάρων και δυναμικό για παραγωγή κρασιών με πλούσιο σώμα και
υψηλή αλκοολική περιεκτικότητα. Αντίθετα, οι ποικιλίες ‘Ugni Blanc’ και ‘Ξυνιστέρι’ κατέγραψαν χαμηλότερες τιμές, γεγονός που τις καθιστά κατάλληλες για ελαφριά και φρέσκα
κρασιά. Η ποικιλία ‘Mataro’ παρουσίασε τη μεγαλύτερη μεταβλητότητα, αντανακλώντας την
επίδραση των συνθηκών καλλιέργειας και της χρονικής στιγμής συγκομιδής. Τα αποτελέσματα
της παρούσης μελέτης υπογραμμίζουν τη σημασία της φαινολογικής παρατήρησης και της
διαχείρισης της ωρίμανσης για τη διασφάλιση της ποιότητας των σταφυλιών με απώτερο σκοπό
την αξιοποίησή τους για παραγωγή κρασιών με επιθυμητά χαρακτηριστικά.

