Πρώτη αναφορά στην Κύπρο περονοσπόρου που προκαλείται από τον ωομύκητα Peronospora belbahrii στον βασιλικό (Ocimum basilicum) και πειραματισμός αγρού για τη διαχείριση του προβλήματος
Date Issued
2014
Author(s)
Advisor
Abstract
Ο βασιλικός (Ocimum basilicum) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρωματικά
φυτά παγκοσμίως. Χρησιμοποιείται κυρίως στην μαγειρική και το αιθέριο έλαιό του
βρίσκει εφαρμογή στην φαρμακοποιία, αρωματοποιία και αλλού. Τα τελευταία
χρόνια η παραγωγή του απειλείται από τον νεοεμφανιζόμενο βιότροφο ωομύκητα
Peronospora belbahrii και η ασθένεια που προκαλεί τον περονόσπορο του βασιλικού.
Η ασθένεια αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ουγκάντα το 1933 και μέχρι σήμερα
έχει εξαπλωθεί και αναφερθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Στην Ευρώπη
αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ελβετία το 2001 και την Ιταλία το 2003. Πρώτη
αναφορά και ταυτοποίηση του παθογόνου στις ΗΠΑ έγινε στην Φλόριντα το 2007.
Κάθε χρόνο παρατηρείται έξαρση της ασθένειας και οι ζημιές είναι τεράστιες (μέχρι
και 100%). Αρχικά το παθογόνο στην Ευρώπη αναφέρθηκε ως Peronospora lamii,
όπου αργότερα μετονομάστηκε σε Peronospora sp. και το 2009 έχει περιγραφεί
επίσημα ως P.belbahrii (Thines, Voglmayr, & Göker, 2009). Η ασθένεια είναι
σπορομεταδιδόμενη και το δευτερογενές μόλυσμα (σποριάγγεια) μεταδίδεται μέσω
της άρδευσης, της βροχής και του ανέμου (πολυκυκλική ασθένεια). Τα συμπτώματα
αρχικώς εμφανίζονται ως χλωρωτικές κηλίδες στην άνω επιφάνεια του φύλλου, οι
οποίες περιορίζονται μεταξύ των νευρώσεων. Μετέπειτα οι κηλίδες ενώνονται και σε
μεταγενέστερα στάδια ο ιστός του φύλλου νεκρώνεται και ακολουθεί πτώση του στο
έδαφος. Υπό συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας, εμφανίζονται στην κάτω
επιφάνεια του φύλλου οι αγενής καρποφορίες του ωομύκητα, οι οποίες έχουν ιώδες
χρωματισμό και ασαφή – χνουδωτή εμφάνιση. Πρώτη αναφορά του παθογόνου στην
Κύπρο έγινε το 2012, στην περιοχή Λεμεσού, όπου η ασθένεια προκάλεσε ολική
καταστροφή θερμοκηπιακής παραγωγής νωπού βασιλικού. Στην προσπάθεια προς
εξεύρεση λύσης, αρχικώς πραγματοποιήθηκε μορφολογική περιγραφή του παθογόνου
και ακολούθως μοριακή ταυτοποίηση, της οποίας τα αποτελέσματα έδειξαν πλήρη
ταυτοποίηση του ωομύκητα P. belbahrii. Έπειτα πραγματοποιήθηκε πειραματισμός
αγρού προς αξιολόγηση αποτελεσματικότητας επτά ωομυκητοκτόνων (Ridomil Gold
MZ, Profiler, Cabrio Duo, Ortiva Opti, Stamina, Revus, Ranman), τα οποία είναι
εγκεκριμένα στην Κύπρο για άλλες καλλιέργειες. Το φυτοπροστατευτικό σκεύασμα
Ridomil Gold MZ παρουσίασε πλήρη έλεγχο της ασθένειας και ακολουθήθηκε από
το Cabrio Duo που επίσης παρουσίασε ικανοποιητικά αποτελέσματα διαχείρισης της
ασθένειας. Τα υπόλοιπα σκευάσματα δεν παρουσίασαν επιθυμητά επίπεδα ελέγχου
ως προς τον περονόσπορο του βασιλικού.
φυτά παγκοσμίως. Χρησιμοποιείται κυρίως στην μαγειρική και το αιθέριο έλαιό του
βρίσκει εφαρμογή στην φαρμακοποιία, αρωματοποιία και αλλού. Τα τελευταία
χρόνια η παραγωγή του απειλείται από τον νεοεμφανιζόμενο βιότροφο ωομύκητα
Peronospora belbahrii και η ασθένεια που προκαλεί τον περονόσπορο του βασιλικού.
Η ασθένεια αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ουγκάντα το 1933 και μέχρι σήμερα
έχει εξαπλωθεί και αναφερθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Στην Ευρώπη
αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Ελβετία το 2001 και την Ιταλία το 2003. Πρώτη
αναφορά και ταυτοποίηση του παθογόνου στις ΗΠΑ έγινε στην Φλόριντα το 2007.
Κάθε χρόνο παρατηρείται έξαρση της ασθένειας και οι ζημιές είναι τεράστιες (μέχρι
και 100%). Αρχικά το παθογόνο στην Ευρώπη αναφέρθηκε ως Peronospora lamii,
όπου αργότερα μετονομάστηκε σε Peronospora sp. και το 2009 έχει περιγραφεί
επίσημα ως P.belbahrii (Thines, Voglmayr, & Göker, 2009). Η ασθένεια είναι
σπορομεταδιδόμενη και το δευτερογενές μόλυσμα (σποριάγγεια) μεταδίδεται μέσω
της άρδευσης, της βροχής και του ανέμου (πολυκυκλική ασθένεια). Τα συμπτώματα
αρχικώς εμφανίζονται ως χλωρωτικές κηλίδες στην άνω επιφάνεια του φύλλου, οι
οποίες περιορίζονται μεταξύ των νευρώσεων. Μετέπειτα οι κηλίδες ενώνονται και σε
μεταγενέστερα στάδια ο ιστός του φύλλου νεκρώνεται και ακολουθεί πτώση του στο
έδαφος. Υπό συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας, εμφανίζονται στην κάτω
επιφάνεια του φύλλου οι αγενής καρποφορίες του ωομύκητα, οι οποίες έχουν ιώδες
χρωματισμό και ασαφή – χνουδωτή εμφάνιση. Πρώτη αναφορά του παθογόνου στην
Κύπρο έγινε το 2012, στην περιοχή Λεμεσού, όπου η ασθένεια προκάλεσε ολική
καταστροφή θερμοκηπιακής παραγωγής νωπού βασιλικού. Στην προσπάθεια προς
εξεύρεση λύσης, αρχικώς πραγματοποιήθηκε μορφολογική περιγραφή του παθογόνου
και ακολούθως μοριακή ταυτοποίηση, της οποίας τα αποτελέσματα έδειξαν πλήρη
ταυτοποίηση του ωομύκητα P. belbahrii. Έπειτα πραγματοποιήθηκε πειραματισμός
αγρού προς αξιολόγηση αποτελεσματικότητας επτά ωομυκητοκτόνων (Ridomil Gold
MZ, Profiler, Cabrio Duo, Ortiva Opti, Stamina, Revus, Ranman), τα οποία είναι
εγκεκριμένα στην Κύπρο για άλλες καλλιέργειες. Το φυτοπροστατευτικό σκεύασμα
Ridomil Gold MZ παρουσίασε πλήρη έλεγχο της ασθένειας και ακολουθήθηκε από
το Cabrio Duo που επίσης παρουσίασε ικανοποιητικά αποτελέσματα διαχείρισης της
ασθένειας. Τα υπόλοιπα σκευάσματα δεν παρουσίασαν επιθυμητά επίπεδα ελέγχου
ως προς τον περονόσπορο του βασιλικού.
File(s)![Thumbnail Image]()
Name
Περίληψη-abstract Αντωνία Βασιλείου.pdf
Size
137.1 KB
Format
Adobe PDF
Checksum (MD5)
935f811abb1c53d3595f204313f6b723

