Χρήση των διαγνωστικών επιπέδων αναφοράς ως εργαλείο διασφάλισης ποιότητας σε τμήματα αξονικών τομογράφων ελληνικών νοσοκομείων
Journal
Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής
Date Issued
October 2019
Abstract
ΣΚΟΠΟΣ Η εκτίμηση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας
των τμημάτων αξονικής τομογραφίας (computed tomography, CT) σε νοσοκομεία της Αττικής, με βάση τα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς (ΔΕΑ),
για τις τρεις πιο συχνές εξετάσεις ρουτίνας. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Εξετάστηκαν 7
συμμετέχοντα δημόσια νοσοκομεία (4 γενικά νοσοκομεία, 2 ογκολογικά και
ένα πανεπιστημιακό), τα οποία αριθμούσαν 3.855 κλίνες και είχαν πολυτομικούς αξονικούς τομογράφους που κυμαίνονταν από 2–128 τομές. Για κάθε
τύπο εξέτασης αξονικού τομογράφου εγκεφάλου, θώρακα και άνω και κάτω
κοιλίας εξετάστηκαν δεδομένα των δεικτών CTDIvol και DLP από 20 τυπικούς
ασθενείς. Η μελέτη διεξήχθη σε επτά διαφορετικά τμήματα CT και συνολικά
συλλέχθηκαν δεδομένα από 420 ασθενείς. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η εξέταση της
άνω και κάτω κοιλίας είχε τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης και
της μέγιστης μέσης δόσης, 312% στον δείκτη CTDIvol και 296% στον δείκτη
DLP. Η εξέταση στον θώρακα καταγράφηκε με διαφορά 163% για τον δείκτη
CTDIvol και 166% για τον δείκτη DLP, ενώ η εξέταση κεφαλής ήταν τελευταία, με
διαφορά 127% για τον δείκτη CTDIvol και 157% για τον δείκτη DLP. Ο υπολογισμός του 75ου εκατοστημορίου δείχνει ότι τα αποτελέσματα που προέκυψαν
από τις εξετάσεις CT ήταν εντός των τιμών ΔΕΑ. Ωστόσο, υπήρχαν μεγάλες
αποκλίσεις ακόμη και στον ίδιο τύπο αξονικού τομογράφου (128 τομών),
ειδικά στις εξετάσεις άνω και κάτω κοιλίας και εγκεφάλου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Με βάση αυτά τα ΔΕΑ για τις τρεις συνηθέστερες εξετάσεις CT, οι μεταβολές
δόσης μεταξύ διαφορετικών τμημάτων υποδηλώνουν μεγάλες δυνατότητες
βελτιστοποίησης.
των τμημάτων αξονικής τομογραφίας (computed tomography, CT) σε νοσοκομεία της Αττικής, με βάση τα διαγνωστικά επίπεδα αναφοράς (ΔΕΑ),
για τις τρεις πιο συχνές εξετάσεις ρουτίνας. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Εξετάστηκαν 7
συμμετέχοντα δημόσια νοσοκομεία (4 γενικά νοσοκομεία, 2 ογκολογικά και
ένα πανεπιστημιακό), τα οποία αριθμούσαν 3.855 κλίνες και είχαν πολυτομικούς αξονικούς τομογράφους που κυμαίνονταν από 2–128 τομές. Για κάθε
τύπο εξέτασης αξονικού τομογράφου εγκεφάλου, θώρακα και άνω και κάτω
κοιλίας εξετάστηκαν δεδομένα των δεικτών CTDIvol και DLP από 20 τυπικούς
ασθενείς. Η μελέτη διεξήχθη σε επτά διαφορετικά τμήματα CT και συνολικά
συλλέχθηκαν δεδομένα από 420 ασθενείς. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η εξέταση της
άνω και κάτω κοιλίας είχε τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης και
της μέγιστης μέσης δόσης, 312% στον δείκτη CTDIvol και 296% στον δείκτη
DLP. Η εξέταση στον θώρακα καταγράφηκε με διαφορά 163% για τον δείκτη
CTDIvol και 166% για τον δείκτη DLP, ενώ η εξέταση κεφαλής ήταν τελευταία, με
διαφορά 127% για τον δείκτη CTDIvol και 157% για τον δείκτη DLP. Ο υπολογισμός του 75ου εκατοστημορίου δείχνει ότι τα αποτελέσματα που προέκυψαν
από τις εξετάσεις CT ήταν εντός των τιμών ΔΕΑ. Ωστόσο, υπήρχαν μεγάλες
αποκλίσεις ακόμη και στον ίδιο τύπο αξονικού τομογράφου (128 τομών),
ειδικά στις εξετάσεις άνω και κάτω κοιλίας και εγκεφάλου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Με βάση αυτά τα ΔΕΑ για τις τρεις συνηθέστερες εξετάσεις CT, οι μεταβολές
δόσης μεταξύ διαφορετικών τμημάτων υποδηλώνουν μεγάλες δυνατότητες
βελτιστοποίησης.

