Διερεύνηση των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης σε προπτυχιακούς φοιτητές του τμήματος νοσηλευτικής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου
Date Issued
2015
Author(s)
Advisor
Abstract
Εισαγωγή
Η διερεύνηση της μάθησης πρόσφατα έχει εστιαστεί στα ατομικά μαθησιακά γνωρίσματα. Διεθνείς οργανισμοί, συναφείς με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονοι απόφοιτοι πρέπει να χαρακτηρίζονται από πρωτοβουλία στη δια βίου μάθηση και ανεπτυγμένη κριτική σκέψη στη μάθηση της ολοένα διογκούμενης γνώσης. Ωστόσο, σε εμπειρικά στοιχεία υποστηρίζεται ότι η μάθηση που επιτελείται στην προπτυχιακή νοσηλευτική εκπαίδευση συχνά περιγράφεται στην απομνημόνευση, την αναπαραγωγή και τη βραχυπρόθεσμη κτήση της γνώσης. Παράλληλα, συχνά διαπιστώνονται χαμηλός βαθμός κριτικής σκέψης τόσο στους φοιτητές όσο και στους αποφοίτους της νοσηλευτικής.
Υπόβαθρο
Ο μαθησιακός τύπος είναι ένας δείκτης της μαθησιακής συμπεριφοράς του ατόμου και βασίζεται στην παραδοχή ότι κάθε άτομο αλληλεπιδρά διαφορετικά σε δεδομένο περιβάλλον μάθησης και γνωστικό αντικείμενο. Η κριτική σκέψη αποτελεί μια σύνθετη εννοιολογική δομή που στη γενική και πιο απλουστευμένη ερμηνεία της προσδιορίζεται στη συνειδητή γνωστική λειτουργία ενός ατόμου η οποία περιλαμβάνει τη συστηματική αναζήτηση, ανάλυση και αιτιολόγηση των στοιχείων που διαμορφώνουν μια τεκμηριωμένη γνώμη ή άποψη για συγκεκριμένο θέμα. Στη βιβλιογραφία προτείνονται ποικίλες θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης. Μετά από εκτεταμένη βιβλιογραφική ανασκόπηση και στη βάση κριτηρίων, η παρούσα μελέτη στηρίζεται στη θεωρία της εμπειρικής μάθησης (Kolb, 1984) και το θεωρητικό μοντέλο του Αμερικάνικου Φιλοσοφικού Συνδέσμου (APA, 1990). Στην θεωρία της εμπειρικής μάθησης διακρίνονται τέσσερεις τύποι μάθησης: αποκλίνοντας, αφομοιωτικός, συγκλίνοντας και προσαρμοστικός. Στο θεωρητικό μοντέλο του APA (1990), η κριτική σκέψη περιγράφεται σε δύο διαστάσεις: (α) τις προθέσεις και (β) τις δεξιότητες κριτικής σκέψης. Οι προθέσεις ορίζονται και μετριούνται στις παραμέτρους: μαθησιακός προσανατολισμός, ακαδημαϊκή σχολαστικότητα, αυτοσυγκέντρωση, γνωστική ακεραιότητα και επίλυση προβλημάτων. Οι δεξιότητες κριτικής σκέψης ορίζονται και μετριούνται στις παραμέτρους: ανάλυση και ερμηνεία πληροφοριών, αξιολόγηση και επεξήγηση πληροφοριών, διεξαγωγή συμπεράσματος, επαγωγική αιτιολόγηση και αναγωγική αιτιολόγηση συμπερασμάτων.Σκοπός
Σκοπός της παρούσας ερευνητικής μελέτης (διδακτορικής διατριβής) ήταν η διερεύνηση των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης των προπτυχιακών φοιτητών νοσηλευτικής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, απαντώντας στα ερωτήματα κατά πόσο υπάρχει διαφορά ως προς: (α) την κατανομή των μαθησιακών τύπων στα τέσσερα έτη φοίτησης, (β) το βαθμό των προθέσεων των φοιτητών για κριτική σκέψη στα τέσσερα έτη φοίτησης, (γ) το βαθμό των προθέσεων κριτικής σκέψης σε φοιτητές διαφορετικών μαθησιακών τύπων, (δ) το βαθμό των δεξιοτήτων των φοιτητών στην κριτική σκέψη στα τέσσερα έτη φοίτησης και (ε) το βαθμό των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης σε φοιτητές διαφορετικών μαθησιακών τύπων. Η καινοτομία της μελέτης τεκμηριώνεται στο ότι ελάχιστες σχετικές μελέτες έχουν εκπονηθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Η παρούσα διερεύνηση διεξάγεται για πρώτη φορά στην Κύπρο αλλά και στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέθοδος
Η παρούσα μελέτη είναι συγχρονική, περιγραφική και συγκριτική ως προς τους μαθησιακούς τύπους, τις προθέσεις και τις δεξιότητες στην κριτική σκέψη. Στο δείγμα συμμετείχαν συνολικά 475 φοιτητές από τα τέσσερα έτη του προπτυχιακού προγράμματος νοσηλευτικών σπουδών στο ΤΕΠΑΚ. Η συλλογή δεδομένων έγινε τον Απρίλιο 2013. Για τη διάγνωση των τύπων μάθησης χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο Learning Style Inventory version 3.1 (LSI-3.1), για τη μέτρηση των προθέσεων στην κριτική σκέψη το California Measure of Mental Motivation 3 III (CM3 III) και για τη μέτρηση των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης το Test of Everyday Reasoning (TER). Στην ανάλυση των δεδομένων εφαρμόστηκε περιγραφική στατιστική ως προς τη συχνότητα των φοιτητών στους τέσσερεις μαθησιακούς τύπους και τον υπολογισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών της θέσης και της διασποράς στο βαθμό των προθέσεων και των δεξιοτήτων της κριτικής σκέψης, συνολικά και ανά έτος φοίτησης. Οι διαφορές ως προς την ανά έτος κατανομή των μαθησιακών τύπων ελέχθησαν με Chi-Square, ενώ για τη μεταβλητότητα των προθέσεων και δεξιοτήτων κριτικής σκέψης ανά έτος φοίτησης και ανά μαθησιακό τύπο εφαρμόστηκαν οι δοκιμασίες ANOVA και Kruskal-Wallis.
Αποτελέσματα
Ο αφομοιωτικός (48,4%) αποτελεί τον επικρατέστερο μαθησιακό τύπο του δείγματος και δεύτερο τον αποκλίνοντα (28,4%). Κοινό χαρακτηριστικό των δύο επικρατέστερων τύπων (76,8%) είναι η μαθησιακή συμπεριφορά της αφομοίωσης (απομνημόνευσης) παρά της κατανόησης της διδακτέας ύλης. Ο προσαρμοστικός (12,4%) και ο συγκλίνοντας (10,7%) τύπος εκφράζει συγκριτικά τους λιγότερους φοιτητές τόσο στο συνολικό δείγμα, όσο και στις κατανομές των τύπων στα τέσσερα έτη.Κοινό γνώρισμα των δύο αυτών τύπων είναι η κατανόηση της διδακτέας ύλης μέσα από τον πειραματισμό και τις πρακτικές εφαρμογές. Η ανά έτος κατανομή των τύπων μάθησης διαφέρει σημαντικά. Οι προθέσεις των φοιτητών για κριτική σκέψη γενικά χαρακτηρίζονται μέτριες. Ωστόσο, ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί η παραδοξότητα ότι ενώ η πλειονότητα των φοιτητών (97,9%) εκδηλώνει έντονη επιθυμία για μάθηση (μαθησιακό προσανατολισμό), εντούτοις, το 80% παρουσιάζει μέτρια πρόθεση για συστηματική και εμπεριστατωμένη μελέτη (ακαδημαϊκή σχολαστικότητα). Παρά το ότι ο βαθμός των προθέσεων κριτικής σκέψης δεν διαφέρει στα τέσσερα έτη, διαπιστώνεται ότι όσο προχωρά η φοίτηση (1ο, 2ο, 3ο, 4ο έτος) τόσο ψηλότερες είναι οι μέσες βαθμολογίες και τόσο περισσότεροι φοιτητές παρατηρούνται με θετικές προθέσεις στη μάθηση, την επίλυση προβλημάτων, τη γνωστική ακεραιότητα και την αυτοσυγκέντρωση. Η μεταβλητότητα των προθέσεων στην κριτική σκέψη δεν διαφέρει σε φοιτητές με διαφορετικό μαθησιακό τύπο. Οι δεξιότητες των φοιτητών στην κριτική σκέψη χαρακτηρίζονται επίσης μέτριες σε όλες τις κλίμακες. Στις συνολικές δεξιότητες, μόλις ένας στους δέκα φοιτητές εκδηλώνει ισχυρές δεξιότητες στο να σκέφτεται κριτικά, ενώ ένας στους τέσσερεις φοιτητές δεν παρουσιάζει ενδείξεις κριτικής σκέψης. Στη διερεύνηση της μεταβλητότητας των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης στα τέσσερα έτη φοίτησης αποκαλύπτονται στατιστικά σημαντικές διαφορές με τους τεταρτοετείς φοιτητές να έχουν συγκριτικά τις χαμηλότερες μέσες βαθμολογίες. Οι φοιτητές του 2ου έτους εκδηλώνουν συγκριτικά τις πιο ισχυρές δεξιότητες σε σχέση με τους φοιτητές του 1ου, του 3ου και του 4ου έτους. Σημαντικές διαφορές στη μεταβλητότητα των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης σε φοιτητές με διαφορετικό τύπο μάθησης εντοπίζονται στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι φοιτητές με συγκλίνοντα τύπο έχουν ισχυρότερες δεξιότητες ως προς τη διαμόρφωση μιας γνώμης ή μιας άποψης σ’ ένα θέμα.
Συμπεράσματα
Οι περισσότεροι φοιτητές μαθαίνουν μέσα από την απομνημόνευση και την παθητική αναπαραγωγή της διδακτέας ύλης. Η κριτική σκέψη στους περισσότερους φοιτητές χαρακτηρίζεται μέτρια. Η κριτική σκέψη δεν διδάσκεται αλλά ούτε μαθαίνεται. Αντίθετα, είναι μια προοδευτικά αναπτυσσόμενη γνωστική ικανότητα η οποία καλλιεργείται σε βάθος χρόνου. Στη συνολική εικόνα των ευρημάτων ως προς τις ανά έτος διαφορές στην κριτική σκέψη, φαίνεται ότι το υφιστάμενο αναλυτικό πρόγραμμα και το εκπαιδευτικό περιβάλλον στο Τμήμα νοσηλευτικής του ΤΕΠΑΚ παρέχουν ερεθίσματα για την ανάπτυξη των προθέσεων των φοιτητών στην κριτική σκέψη, αλλά δεν παρέχουν τις ανάλογες και κατάλληλες ευκαιρίες για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους στην κριτική σκέψη. Η μεταβολή του βαθμού της κριτικής σκέψης είναι ανεξάρτητη από τους μαθησιακούς τύπους των φοιτητών και συνεπώς ενδέχεται να επηρεάζεται από άλλους αστάθμητους και για την παρούσα μελέτη παράγοντες.Τέτοιοι παράγοντες ίσως προσδιορίζονται στην ετοιμότητα, τις εσωτερικές παρωθήσεις και τις ατομικές προσδοκίες των φοιτητών έναντι της μάθησης και της κριτικής σκέψης. Επίσης, ενδέχεται να αφορούν τους εκπαιδευτικούς ως προς τη γνώση, τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις, τις στάσεις και τις διδακτικές πρακτικές που χρησιμοποιούν για να αναπτύξουν τη κριτική σκέψη στους φοιτητές τους. Η διερεύνηση των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης σε προπτυχιακούς φοιτητές νοσηλευτικής παρέχουν ενδείξεις και προβλέψεις της γνωστικής συμπεριφοράς τους κατά τη διάρκεια της μάθησης και της νοσηλευτικής φροντίδας που (θα) παρέχουν. Η κατανόηση και η αξιοποίηση των ενδείξεων αυτών διαμορφώνει τη βάση για αναθεώρηση και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις για βελτιστοποίηση της ποιότητας της μάθησης και για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στους φοιτητές αυτούς.
Προτάσεις
Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας ερευνητικής μελέτης προτείνονται τα ακόλουθα:
Η κριτική σκέψη μπορεί να περιληφθεί ως μετρήσιμη παράμετρος στους μαθησιακούς στόχους και στους δείκτες της εκπαιδευτικής ποιότητας του αναλυτικού προγράμματος σπουδών νοσηλευτικής στο ΤΕΠΑΚ.
Παροχή ή/και αύξηση των ευκαιριών στους φοιτητές για πειραματισμό στο εργαστήριο και πρακτικές εφαρμογές στον κλινικό χώρο.
Αναθεώρηση και (όπου απαιτείται) αναδιάρθρωση της δόμησης και του περιεχομένου των μεθόδων (γραπτής και πρακτικής) αξιολόγησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, περιλαμβάνοντας ανοικτού τύπου ερωτήσεις με ζητούμενα την επεξήγηση και ερμηνεία της νεοαποκτηθείσας γνώσης, παρά την απομνημόνευση και την αναπαραγωγή της.
Προώθηση ή/και εντατικοποίηση των διδακτικών / μαθησιακών μεθόδων που με βάση ερευνητικά τεκμήρια είναι κατάλληλες για την προαγωγή και ανάπτυξη της κριτικής σκέψης σε προπτυχιακούς φοιτητές νοσηλευτικής όπως σενάρια επίλυσης προβλημάτων, διαλεκτική συζήτηση (Σωκρατική μαιευτική), αναστοχαστικό ημερολόγιο, ανασκοπήσεις βιβλιογραφίας και μελέτες περίπτωσης (case studies).
Μελλοντική έρευνα των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης με συσχετίσεις ως προς την απόδοση (βαθμολογία) των φοιτητών, με τη χρήση άλλων σχετικών εργαλείων και με διαχρονική διερεύνηση της κριτικής σκέψης κατά τη διάρκεια των σπουδών.
Η διερεύνηση της μάθησης πρόσφατα έχει εστιαστεί στα ατομικά μαθησιακά γνωρίσματα. Διεθνείς οργανισμοί, συναφείς με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονοι απόφοιτοι πρέπει να χαρακτηρίζονται από πρωτοβουλία στη δια βίου μάθηση και ανεπτυγμένη κριτική σκέψη στη μάθηση της ολοένα διογκούμενης γνώσης. Ωστόσο, σε εμπειρικά στοιχεία υποστηρίζεται ότι η μάθηση που επιτελείται στην προπτυχιακή νοσηλευτική εκπαίδευση συχνά περιγράφεται στην απομνημόνευση, την αναπαραγωγή και τη βραχυπρόθεσμη κτήση της γνώσης. Παράλληλα, συχνά διαπιστώνονται χαμηλός βαθμός κριτικής σκέψης τόσο στους φοιτητές όσο και στους αποφοίτους της νοσηλευτικής.
Υπόβαθρο
Ο μαθησιακός τύπος είναι ένας δείκτης της μαθησιακής συμπεριφοράς του ατόμου και βασίζεται στην παραδοχή ότι κάθε άτομο αλληλεπιδρά διαφορετικά σε δεδομένο περιβάλλον μάθησης και γνωστικό αντικείμενο. Η κριτική σκέψη αποτελεί μια σύνθετη εννοιολογική δομή που στη γενική και πιο απλουστευμένη ερμηνεία της προσδιορίζεται στη συνειδητή γνωστική λειτουργία ενός ατόμου η οποία περιλαμβάνει τη συστηματική αναζήτηση, ανάλυση και αιτιολόγηση των στοιχείων που διαμορφώνουν μια τεκμηριωμένη γνώμη ή άποψη για συγκεκριμένο θέμα. Στη βιβλιογραφία προτείνονται ποικίλες θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης. Μετά από εκτεταμένη βιβλιογραφική ανασκόπηση και στη βάση κριτηρίων, η παρούσα μελέτη στηρίζεται στη θεωρία της εμπειρικής μάθησης (Kolb, 1984) και το θεωρητικό μοντέλο του Αμερικάνικου Φιλοσοφικού Συνδέσμου (APA, 1990). Στην θεωρία της εμπειρικής μάθησης διακρίνονται τέσσερεις τύποι μάθησης: αποκλίνοντας, αφομοιωτικός, συγκλίνοντας και προσαρμοστικός. Στο θεωρητικό μοντέλο του APA (1990), η κριτική σκέψη περιγράφεται σε δύο διαστάσεις: (α) τις προθέσεις και (β) τις δεξιότητες κριτικής σκέψης. Οι προθέσεις ορίζονται και μετριούνται στις παραμέτρους: μαθησιακός προσανατολισμός, ακαδημαϊκή σχολαστικότητα, αυτοσυγκέντρωση, γνωστική ακεραιότητα και επίλυση προβλημάτων. Οι δεξιότητες κριτικής σκέψης ορίζονται και μετριούνται στις παραμέτρους: ανάλυση και ερμηνεία πληροφοριών, αξιολόγηση και επεξήγηση πληροφοριών, διεξαγωγή συμπεράσματος, επαγωγική αιτιολόγηση και αναγωγική αιτιολόγηση συμπερασμάτων.Σκοπός
Σκοπός της παρούσας ερευνητικής μελέτης (διδακτορικής διατριβής) ήταν η διερεύνηση των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης των προπτυχιακών φοιτητών νοσηλευτικής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, απαντώντας στα ερωτήματα κατά πόσο υπάρχει διαφορά ως προς: (α) την κατανομή των μαθησιακών τύπων στα τέσσερα έτη φοίτησης, (β) το βαθμό των προθέσεων των φοιτητών για κριτική σκέψη στα τέσσερα έτη φοίτησης, (γ) το βαθμό των προθέσεων κριτικής σκέψης σε φοιτητές διαφορετικών μαθησιακών τύπων, (δ) το βαθμό των δεξιοτήτων των φοιτητών στην κριτική σκέψη στα τέσσερα έτη φοίτησης και (ε) το βαθμό των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης σε φοιτητές διαφορετικών μαθησιακών τύπων. Η καινοτομία της μελέτης τεκμηριώνεται στο ότι ελάχιστες σχετικές μελέτες έχουν εκπονηθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Η παρούσα διερεύνηση διεξάγεται για πρώτη φορά στην Κύπρο αλλά και στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μέθοδος
Η παρούσα μελέτη είναι συγχρονική, περιγραφική και συγκριτική ως προς τους μαθησιακούς τύπους, τις προθέσεις και τις δεξιότητες στην κριτική σκέψη. Στο δείγμα συμμετείχαν συνολικά 475 φοιτητές από τα τέσσερα έτη του προπτυχιακού προγράμματος νοσηλευτικών σπουδών στο ΤΕΠΑΚ. Η συλλογή δεδομένων έγινε τον Απρίλιο 2013. Για τη διάγνωση των τύπων μάθησης χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο Learning Style Inventory version 3.1 (LSI-3.1), για τη μέτρηση των προθέσεων στην κριτική σκέψη το California Measure of Mental Motivation 3 III (CM3 III) και για τη μέτρηση των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης το Test of Everyday Reasoning (TER). Στην ανάλυση των δεδομένων εφαρμόστηκε περιγραφική στατιστική ως προς τη συχνότητα των φοιτητών στους τέσσερεις μαθησιακούς τύπους και τον υπολογισμό των αντιπροσωπευτικών τιμών της θέσης και της διασποράς στο βαθμό των προθέσεων και των δεξιοτήτων της κριτικής σκέψης, συνολικά και ανά έτος φοίτησης. Οι διαφορές ως προς την ανά έτος κατανομή των μαθησιακών τύπων ελέχθησαν με Chi-Square, ενώ για τη μεταβλητότητα των προθέσεων και δεξιοτήτων κριτικής σκέψης ανά έτος φοίτησης και ανά μαθησιακό τύπο εφαρμόστηκαν οι δοκιμασίες ANOVA και Kruskal-Wallis.
Αποτελέσματα
Ο αφομοιωτικός (48,4%) αποτελεί τον επικρατέστερο μαθησιακό τύπο του δείγματος και δεύτερο τον αποκλίνοντα (28,4%). Κοινό χαρακτηριστικό των δύο επικρατέστερων τύπων (76,8%) είναι η μαθησιακή συμπεριφορά της αφομοίωσης (απομνημόνευσης) παρά της κατανόησης της διδακτέας ύλης. Ο προσαρμοστικός (12,4%) και ο συγκλίνοντας (10,7%) τύπος εκφράζει συγκριτικά τους λιγότερους φοιτητές τόσο στο συνολικό δείγμα, όσο και στις κατανομές των τύπων στα τέσσερα έτη.Κοινό γνώρισμα των δύο αυτών τύπων είναι η κατανόηση της διδακτέας ύλης μέσα από τον πειραματισμό και τις πρακτικές εφαρμογές. Η ανά έτος κατανομή των τύπων μάθησης διαφέρει σημαντικά. Οι προθέσεις των φοιτητών για κριτική σκέψη γενικά χαρακτηρίζονται μέτριες. Ωστόσο, ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί η παραδοξότητα ότι ενώ η πλειονότητα των φοιτητών (97,9%) εκδηλώνει έντονη επιθυμία για μάθηση (μαθησιακό προσανατολισμό), εντούτοις, το 80% παρουσιάζει μέτρια πρόθεση για συστηματική και εμπεριστατωμένη μελέτη (ακαδημαϊκή σχολαστικότητα). Παρά το ότι ο βαθμός των προθέσεων κριτικής σκέψης δεν διαφέρει στα τέσσερα έτη, διαπιστώνεται ότι όσο προχωρά η φοίτηση (1ο, 2ο, 3ο, 4ο έτος) τόσο ψηλότερες είναι οι μέσες βαθμολογίες και τόσο περισσότεροι φοιτητές παρατηρούνται με θετικές προθέσεις στη μάθηση, την επίλυση προβλημάτων, τη γνωστική ακεραιότητα και την αυτοσυγκέντρωση. Η μεταβλητότητα των προθέσεων στην κριτική σκέψη δεν διαφέρει σε φοιτητές με διαφορετικό μαθησιακό τύπο. Οι δεξιότητες των φοιτητών στην κριτική σκέψη χαρακτηρίζονται επίσης μέτριες σε όλες τις κλίμακες. Στις συνολικές δεξιότητες, μόλις ένας στους δέκα φοιτητές εκδηλώνει ισχυρές δεξιότητες στο να σκέφτεται κριτικά, ενώ ένας στους τέσσερεις φοιτητές δεν παρουσιάζει ενδείξεις κριτικής σκέψης. Στη διερεύνηση της μεταβλητότητας των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης στα τέσσερα έτη φοίτησης αποκαλύπτονται στατιστικά σημαντικές διαφορές με τους τεταρτοετείς φοιτητές να έχουν συγκριτικά τις χαμηλότερες μέσες βαθμολογίες. Οι φοιτητές του 2ου έτους εκδηλώνουν συγκριτικά τις πιο ισχυρές δεξιότητες σε σχέση με τους φοιτητές του 1ου, του 3ου και του 4ου έτους. Σημαντικές διαφορές στη μεταβλητότητα των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης σε φοιτητές με διαφορετικό τύπο μάθησης εντοπίζονται στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι φοιτητές με συγκλίνοντα τύπο έχουν ισχυρότερες δεξιότητες ως προς τη διαμόρφωση μιας γνώμης ή μιας άποψης σ’ ένα θέμα.
Συμπεράσματα
Οι περισσότεροι φοιτητές μαθαίνουν μέσα από την απομνημόνευση και την παθητική αναπαραγωγή της διδακτέας ύλης. Η κριτική σκέψη στους περισσότερους φοιτητές χαρακτηρίζεται μέτρια. Η κριτική σκέψη δεν διδάσκεται αλλά ούτε μαθαίνεται. Αντίθετα, είναι μια προοδευτικά αναπτυσσόμενη γνωστική ικανότητα η οποία καλλιεργείται σε βάθος χρόνου. Στη συνολική εικόνα των ευρημάτων ως προς τις ανά έτος διαφορές στην κριτική σκέψη, φαίνεται ότι το υφιστάμενο αναλυτικό πρόγραμμα και το εκπαιδευτικό περιβάλλον στο Τμήμα νοσηλευτικής του ΤΕΠΑΚ παρέχουν ερεθίσματα για την ανάπτυξη των προθέσεων των φοιτητών στην κριτική σκέψη, αλλά δεν παρέχουν τις ανάλογες και κατάλληλες ευκαιρίες για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους στην κριτική σκέψη. Η μεταβολή του βαθμού της κριτικής σκέψης είναι ανεξάρτητη από τους μαθησιακούς τύπους των φοιτητών και συνεπώς ενδέχεται να επηρεάζεται από άλλους αστάθμητους και για την παρούσα μελέτη παράγοντες.Τέτοιοι παράγοντες ίσως προσδιορίζονται στην ετοιμότητα, τις εσωτερικές παρωθήσεις και τις ατομικές προσδοκίες των φοιτητών έναντι της μάθησης και της κριτικής σκέψης. Επίσης, ενδέχεται να αφορούν τους εκπαιδευτικούς ως προς τη γνώση, τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις, τις στάσεις και τις διδακτικές πρακτικές που χρησιμοποιούν για να αναπτύξουν τη κριτική σκέψη στους φοιτητές τους. Η διερεύνηση των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης σε προπτυχιακούς φοιτητές νοσηλευτικής παρέχουν ενδείξεις και προβλέψεις της γνωστικής συμπεριφοράς τους κατά τη διάρκεια της μάθησης και της νοσηλευτικής φροντίδας που (θα) παρέχουν. Η κατανόηση και η αξιοποίηση των ενδείξεων αυτών διαμορφώνει τη βάση για αναθεώρηση και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις για βελτιστοποίηση της ποιότητας της μάθησης και για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στους φοιτητές αυτούς.
Προτάσεις
Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας ερευνητικής μελέτης προτείνονται τα ακόλουθα:
Η κριτική σκέψη μπορεί να περιληφθεί ως μετρήσιμη παράμετρος στους μαθησιακούς στόχους και στους δείκτες της εκπαιδευτικής ποιότητας του αναλυτικού προγράμματος σπουδών νοσηλευτικής στο ΤΕΠΑΚ.
Παροχή ή/και αύξηση των ευκαιριών στους φοιτητές για πειραματισμό στο εργαστήριο και πρακτικές εφαρμογές στον κλινικό χώρο.
Αναθεώρηση και (όπου απαιτείται) αναδιάρθρωση της δόμησης και του περιεχομένου των μεθόδων (γραπτής και πρακτικής) αξιολόγησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, περιλαμβάνοντας ανοικτού τύπου ερωτήσεις με ζητούμενα την επεξήγηση και ερμηνεία της νεοαποκτηθείσας γνώσης, παρά την απομνημόνευση και την αναπαραγωγή της.
Προώθηση ή/και εντατικοποίηση των διδακτικών / μαθησιακών μεθόδων που με βάση ερευνητικά τεκμήρια είναι κατάλληλες για την προαγωγή και ανάπτυξη της κριτικής σκέψης σε προπτυχιακούς φοιτητές νοσηλευτικής όπως σενάρια επίλυσης προβλημάτων, διαλεκτική συζήτηση (Σωκρατική μαιευτική), αναστοχαστικό ημερολόγιο, ανασκοπήσεις βιβλιογραφίας και μελέτες περίπτωσης (case studies).
Μελλοντική έρευνα των μαθησιακών τύπων και της κριτικής σκέψης με συσχετίσεις ως προς την απόδοση (βαθμολογία) των φοιτητών, με τη χρήση άλλων σχετικών εργαλείων και με διαχρονική διερεύνηση της κριτικής σκέψης κατά τη διάρκεια των σπουδών.
File(s)![Thumbnail Image]()
Name
PhD_CHRISTOS_ANDREOU.pdf
Size
4.8 MB
Format
Adobe PDF
Checksum (MD5)
00f42e7a39d2632866836fc83d736eb7

